– Το όνομά της προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «χρυσός» και «κόλλα», λόγω της ομοιότητάς της με το υλικό που ήταν, κατά την αρχαιότητα, σε χρήση για τις συγκολλήσεις χρυσού.
– Είναι γνωστή από την αρχαιότητα (την αναφέρει ο Θεόφραστος ήδη από το 315 π.Χ.) και τη χρησιμοποιούσαν ως υλικό κατασκευής κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων, αν και εμφανίζει μειωμένη αντοχή, λόγω της χαμηλής της σκληρότητας.
– Κατά τη μυθολογία ο «Λίθος της Ελάθ» που είναι ποικιλία της βρέθηκε αρχικά στα ορυχεία του Σολομώντα.
– Αποτελεί δευτερογενές ορυκτό του χαλκού, προερχόμενο από οξείδωση πρωτογενών ορυκτών του, και συνήθως συνδέεται με άλλα δευτερογενή ορυκτά του (όπως ο μαλαχίτης και ο τενορίτης), ανευρισκόμενη σε υαλώδους υφής βοτρυοειδή συσσωματώματα ή ως πομφολυγοειδείς επιφλοιώσεις.
– Απαντάται επίσης σε πολύ μικρούς βελονοειδείς κρυστάλλους ινώδους υφής.
– Συχνά συγχέεται με τον αλλοφανή ((Al2O3)(SiO2)1,3-2 . 2,5-3H2O), που είναι επίσης άμορφος και έχει παρόμοιο χρώμα και ίδιο τρόπο σχηματισμού.
– Σχηματίζεται σε τμήματα κοιτασμάτων χαλκού που έχουν οξειδωθεί από τη δράση του αέρα και του νερού.
– Πριν στερεοποιηθεί το πετράδι σχηματίζει ένα κολλοειδές διάλυμα που περιέχει πυρίτιο, νερό και χαλκό.
– Η καθαρή χρυσόκολλα είναι πολύ μαλακή και χαράζεται με το νύχι, συνήθως όμως περιέχει χαλκηδόνιο και χαλαζία.
– Πρέπει να προστατεύεται από απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, απόξεση και οξέα.
Ορυκτά (Κατάλογος)

