– Λέγεται και Σανδαράχη. Ο όρος προέρχεται από τη Λατινικό auripigmentum (χρυσό και χρωστική ουσία) λόγω της χρώμα βαθύ κίτρινο. Είναι γνωστή ως η ‘Αυτοκρατορικό κίτρινο, κινεζικό κίτρινο, ή’ κίτρινο oropimente (οροπιμέντης).
– Ήταν σημαντικό στοιχείο των εμπορικών συναλλαγών κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και είχε ιατρική χρήση στην Κίνα, παρά την υψηλή τοξικότητα του.
– Είχε χρησιμοποιηθεί ως δηλητήριο σε βέλη.
– Λόγω του εντυπωσιακού του χρώματος, έγινε ένα από τα αγαπημένα των αλχημιστών τόσο στην Κίνα όσο και στη Δύση στην αναζήτησή τους για το χρυσό.
– Για αιώνες ήταν χρησιμοποιήθηκε ως χρωστική ουσία για βαφές, γιατί ήταν μία από τις πολύ λίγες χρωστικές με φωτεινό κίτρινο χρώμα διαθέσιμή στους καλλιτέχνες το δέκατο ένατο αιώνα, παρά τα προβλήματα από την μεγάλη τοξικότητα και την ασυμβατότητα με άλλες χρωστικές με βάση το μόλυβδο και το χαλκό, όπως Cardenillo και ο αζουρίτης. Η χρήση του ως χρωστικής σταμάτησε με την ανακάλυψη του κίτρινου καδμίου και άλλων βαφών τον δέκατο ένατο αιώνα.
– Δεν είναι ιδιαίτερα σύνηθες ορυκτό, ενώ σπάνια σχηματίζει ευδιάκριτους κρυστάλλους – συνήθως σχηματίζει συμπαγείς ή φλοιώδεις μάζες. Ενίοτε σε νεφροειδή, βοτρυοειδή ή σφαιρόμορφα συσσωματώματα. Επίσης σε κοκκώδεις ή γεηρές μάζες.
– Όταν κοινοποιείται αναδίδει οσμή σκόρδου.
– Βρίσκεται σε φλέβες, θερμές πηγές και φουμαρόλες.
– Συνήθως αποτελεί προϊόν αλλοίωσης άλλων αρσενικούχων ορυκτών ιδίως της κόκκινης σανδαράχης.
– Εμφανίζεται με αντιμονίτη, κόκκινη σανδαράχη, αρσενικό, ασβεστίτη, βαρύτη, γύψο και ορυκτά του μολύβδου και αργύρου.
– Χρησιμοποιήθηκε στις βαφές και στην αποτρίχωση.
– Όπως και η κόκκινη σανδαράχη δεν έχει γενικά οικονομικές εφαρμογές.
– Οι αρχαίοι Έλληνες δεν διαχώριζαν την κόκκινη και την κίτρινη σανδαράχη και χρησιμοποιούσαν και για τις δύο τα ονόματα σανδαράχη και αρρενικόν (Θεόφραστος).
Ορυκτά (Κατάλογος)