– Το όνομά του προέρχεται από την ελληνική λέξη “βαρύς”, λόγω του υψηλού ειδικού βάρους του.
– Σχηματίζει μια ιδιάζουσα υφή, κατά την οποία οι τραπεζοειδείς ή πρισματικοί κρύσταλλοι τοποθετούνται ομοκεντρικά, αυξάνοντας σε μέγεθος όσο απομακρύνονται από το κέντρο. Η υφή αυτή είναι μοναδική για τον βαρύτη και ονομάζεται “ρόδο της ερήμου”.
– Είναι άχρωμο έως λευκό ορυκτό, που συχνά έχει μπλε, καστανή, πράσινη, κόκκινη ή κίτρινη απόχρωση.
– Αποτελεί επίσης μια από τις κυριότερες βιομηχανικές πηγές του χημικού στοιχείου Βάριο.
– Χρησιμοποιείται ευρύτατα για την παραγωγή διατρητικού πολτού στις γεωτρήσεις πετρελαίου ή φυσικού αερίου, για να προσθέτει όγκο στο χαρτί και στο ύφασμα, καθώς και ως αδρανές μέσο στα έγχρωμα χρώματα.
– Από τα πλέον κοινά ορυκτά, συχνά συγχέεται με τον σελεστίνη, ο οποίος έχει ίδια κρυσταλλική συμμετρία και παρόμοιο τύπο κρυστάλλων. Η μακροσκοπική διάκριση των δύο ορυκτών είναι πρακτικά αδύνατη και επιτυγχάνεται μόνο με την βοήθεια φλόγας λύχνου Bunsen: Ρίπτοντας στην φλόγα κονιοποιημένο δείγμα, η φλόγα χρωματίζεται πράσινη, αν πρόκειται για βαρύτη, ή κόκκινη, αν πρόκειται για σελεστίνη.
– Σχηματίζεται κυρίως σε φλέβες που έχουν επηρεαστεί από τη δράση θερμού νερού (υδροθερμικές).
– Σημαντικές αποθέσεις του απαντούνται στην Ελλάδα (νήσοι Μύκονος, Μήλος, Κίμωλος), όπου είναι αργυρομιγής και ονομάζεται “βαρυτίνη”.
Ορυκτά (Κατάλογος)






