– Το όνομά του προέρχεται από την σανσκριτική λέξη kuruvinda = κόκκινο.
– Είναι το δεύτερο σε σκληρότητα υλικό που ανευρίσκεται στην φύση, μετά το διαμάντι.
– Η υψηλή αυτή σκληρότητα αποδίδεται στους πολύ ισχυρούς δεσμούς του αργιλίου με του οξυγόνου, οι οποίοι προσδίδουν στο ορυκτό και σχετικά μεγάλη πυκνότητα, λόγω της μικρής μεταξύ τους απόστασης.
– Απαντάται σε μεταμορφωσιγενή πετρώματα, κυρίως γνευσίους και σχιστολίθους, αλλά και σε πυριγενή πτωχά σε διοξείδιο του πυριτίου (συηνίτες).
– Ενίοτε απαντάται ως πρόσμιξη και σε ιζηματογενή πετρώματα.
– Αποτελεί το κύριο συστατικό της σμύριδας, πετρώματος με εκμεταλλεύσιμη εμφάνιση στη νήσο Νάξο.
– Παραλλαγές του κορουνδίου αποτελούν οι πολύτιμοι λίθοι ρουμπίνι (αγγλ. ruby, από την λατινική λέξη rubeus = κόκκινο) και ζαφείρι (αγγλ. sapphire).
– Η άχρωμη παραλλαγή του ονομάζεται, λευκοσάπφειρος.
– Το κόκκινο χρώμα του ρουμπινιού οφείλεται σε προσμίξεις χρωμίου, ενώ το γαλάζιο του ζαφειριού σε προσμίξεις σιδήρου και τιτανίου.
– Συχνά συνδέεται με ασβεστίτη, ζωισίτη, αστρίους, μαρμαρυγίες, κυανίτη, συλλιμανίτη, μαγνητίτη (κυρίως στην σμύριδα) και ορυκτά της ομάδας του γρανάτη.
– Απαντάται σε πολλά σημεία του πλανήτη.
– Κύριες εμφανίσεις των πολύτιμων παραλλαγών του είναι στην Βιρμανία και στην Σρι Λάνκα.
– Υπάρχει, επίσης, σε πολλές χώρες της Αφρικής, στην Ινδία και στις ΗΠΑ (Πολιτείες Μοντάνα και Βόρεια Καρολίνα), στην Βραζιλία, την Τουρκία και την Μαδαγασκάρη.
– Στην Ελλάδα ανευρίσκεται ιδιαίτερα στη νήσο Νάξο υπό μορφή σμύριδας πολύ καλής ποιότητας.
Ορυκτά (Κατάλογος)