– Λέγεται και αντιμονίτης (αγγλ. stibnite) και είναι θειούχο ορυκτό του αντιμονίου.
– Ήταν γνωστό στην αρχαιότητα με το όνομα στίβι ή στίμμι (σημαίνει μαύρο) και το χρησιμοποιούσαν ως ψιμμύθιο (μακιγιάζ για τις βλεφαρίδες). Από τις λέξεις αυτές προήλθε και το λατινικό stibium για το αντιμόνιο.
– Έχει χρώμα σκούρο γκρι, το οποίο συχνά ιριδίζει προς γαλαζωπές ανταύγειες.
– Είναι ένα από τα λίγα σουλφιδικά μέταλλα που φτιάχνουν κρυστάλλους. Φτάνουν μέχρι και τα 100cm και είναι επιμήκη πρίσματα με γραμμώσεις κατά μήκος, ινώδεις και βελονοειδείς.
– Βρίσκεται σε υδροθερμικές φλέβες χαμηλών θερμοκρασιών και σε αποθέσεις θερμών πηγών. Συχνά συνοδεύεται από δευτερεύοντα ορυκτά του αντιμονίου, προερχόμενα από την εξαλλοίωσή του, όπως ο στιμπικονίτης (Sb3O6(OH)), που προέρχεται από την επίδραση των ατμοσφαιρικών συνθηκών στον αντιμονίτη.
– Συνδέεται με τα υπόλοιπα σουλφίδια, ερυθρά και κίτρινη σανδαράχη, γαληνίτη, μαρκασίτη, σφαλερίτη, κινναβαρίτη, σιδηροπυρίτη αλλά και με χαλαζία, ασβεστίτη και βαρύτη.
– Αποτελεί το κυριότερο μετάλλευμα αντιμονίου, αν και τα μεγάλα κοιτάσματά του είναι σχετικά σπάνια.
– Κοιτάσματα με μεγάλους κρυστάλλους βρίσκονται στις ΗΠΑ, Βολιβία, Γερμανία, Σλοβακία, Τσεχία, Ρουμανία, Βραζιλία, Περού κλπ.
– Επίσης στην περιφέρεια Χουνάν της Κίνας απ’ όπου προέρχεται το συγκεκριμένο δείγμα.
Ορυκτά (Κατάλογος)
