– Το όνομά του προέρχεται από τη Χαλκηδόνα, αρχαία ελληνική πόλη στη Μ. Ασία.
– Χρησιμοποιούταν κατά τους προϊστορικούς χρόνους για τη δημιουργία εργαλείων και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως ημιπολύτιμος λίθος.
– Με τον όρο “Χαλκηδόνιος” αναφερόμαστε σε συμπαγείς ποικιλίες διοξειδίου του πυριτίου που αποτελούνται από μικροσκοπικούς, ινώδεις κρυστάλλους.
– Βρίσκεται σε βοτρυοειδή, σταλακτιτοειδή συσσωματώματα, σε γεώδη, ως αντικαταστάτης απολιθωμάτων και άλλων ορυκτών.
– Σχηματίζεται από υδατικά διαλύματα σε μέσες μέχρι χαμηλές θερμοκρασίες. Χρησιμοποιείται ως διακοσμητικός λίθος.
– Κάποια είδη του Χαλκηδόνιου είναι:
— Ίασπις: αδιαφανής, αλαμπής, κοκκώδης με χρώμα συνήθως σκούρο κόκκινο, καστανοκόκκινο ή κιτρινοκαστανό. Το χρώμα του οφείλεται σε λεπτομερή αιματίτη και γκαιτίτη.
— Ηλιοτρόπιο ή αιματόλιθος: πράσινος χαλκηδόνιος με μικρές κόκκινες κηλίδες ίασπι που μοιάζουν με κηλίδες αίματος.
— Χρυσοπράσιο: μηλοπράσινος, σμαραγδοπράσινος που οφείλει το χρώμα του σε οξείδια νικελίου.
— Καρνεόλιο – Σάρδιο: αρχικά ήταν συνώνυμα, συνήθως όμως καρνεόλιο θεωρείται ο ερυθρός, κιτρινέρυθρος χαλκηδόνιος και σάρδιο ο καστανός χαλκηδόνιος. Το χρώμα οφείλεται σε οξείδια και υδροξείδια σιδήρου.



