– Η λέξη ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική μάρμαρος, δηλαδή «λαμπερός λίθος».
– Ο όρος μάρμαρο αποφεύγεται στη γεωλογία. Αντί αυτού χρησιμοποιείται ο όρος ασβεστίτης και χαρακτηρίζεται από κοκκοβλαστικό ιστό.
– Τα μάρμαρα με μικρό ποσοστό μαρμαρυγιών, χαρακτηρίζονται ως σιπολίνες.
– Ορυκτές προσμίξεις του προσθέτουν χρώμα.
Ορυκτά (Κατάλογος)
Μάρμαρο
Είδος ΔείγματοςPT


