– Το όνομά του προέρχεται από τη λατινική λεξη “oliva” ελιά. Γνωστός ήδη στους αρχαίους Έλληνες είχε διάφορα ονόματα όπως φαγιαλίτης, φορστερίτης, περίδοτο και χρυσόλιθος.
– Είναι συνήθως πράσινος, αλλά ορισμένες φορές εμφανίζεται κιτρινοπράσινος. Oι αλλαγές χρώματος προκαλούνται από εγκλείσματα.
– Μία από τις ελκυστικές ιδιότητες του είναι ο τρόπος με τον οποίο αντανακλά το φως, έτσι ώστε οι έδρες στο πίσω μέρος του πετραδιού να διακρίνονται από εμπρός. Αυτό το φαινόμενο κυρίως παρατηρείται σε μεγάλους κρυστάλλους και είναι γνωστό επιστημονικά ως διπλή διάθλαση ή διπλοθλαστικότητα.
– Εξορύσσεται τουλάχιστον επί 3.500 χρόνια.
– Περιγράφεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (23-79 μ.Χ.) στην εγκυκλοπαίδεια του Naturalis Historia.
– Συνήθως απαντάται ως έγκλεισμα σε βασάλτες και γάβρους οι οποίοι είναι κοινοί σχηματισμοί πετρωμάτων που σχηματίστηκαν αρχικά από ηφαιστειακή δραστηριότητα βαθιά κάτω από την επιφάνεια της Γης.
– Χρησιμοποιήθηκε σε εκκλησιαστικά κοσμήματα και αντικείμενα.
– Λόγω της υψηλής του ανθεκτικότητας στην θερμότητα χρησιμοποιείται στην κατασκευή βασικών πυρίμαχων υλικών μέτριας προς υψηλής αντοχής, παρόλο που δεν έχει την πυριμαχικότητα της μαγνησίας.
– Έχει ανιχνευθεί στη Σελήνη, στον Άρη και γενικά σε πλανήτες και μετεωρίτες. Αναφέρεται δε ως ένα σημαντικό συστατικό πλανητών τύπου Γης.
– Συνώνυμό του είναι το ορυκτό χρυσοπάλιος (chrysopal).
– Μια διαφανής πράσινη ποικιλία του είναι το περίδοτο, το οποίο χρησιμοποιείται ως ημιπολύτιμος λίθος.
– Η καλή ποιότητα περιδότου περιέχει λιγότερο από 15{08314c6290604d46f010b87b85c463dd13246e8894787a764e7f5dcf4668a116} σίδηρο, ενώ μπορεί να περιέχει και ίχνη χρωμίου ή νικελίου, που συμβάλλουν στον χρωματισμό του.
– Το περίδοτο βρέθηκε για πρώτη φορά στο νησί Ζαμπαργκάντ (Zabargad) της Ερυθράς θάλασσας, κοντά στην Αίγυπτο.
– Έχει, επίσης, ανευρεθεί στους σιδηρονικελιούχους μετεωρίτες (παλλασίτες).
Ορυκτά (Κατάλογος)
