– Ονομάζεται έτσι το κορούνδιο που έχει κόκκινο χρώμα. Τα κορούνδια με άλλο χρώμα εκτός του κόκκινου, λέγονται ζαφείρια.
– Το όνομα του προέρχεται από την λατινική λέξη rubber, που θα πει κόκκινο.
– Σε αρχαία κείμενα συναντάμε για το ρουμπίνι την ονομασία «σάπφειρος πορφυρίτης» ή «σάπφειρος πορφυρίζων».
– Το κόκκινο χρώμα προκαλείται από προσμίξεις χρωμίου. Υπάρχουν όμως και ρουμπίνια σε ροζ χρώμα, σκούρο κόκκινο και καφέ.
– Το ιόν του χρωμίου (Cr3+) εξαιτίας της διαρρύθμισής του στη κρυσταλλική δομή του ρουμπινιού, απορροφά το φως στην κίτρινη-πράσινη περιοχή του φάσματος, με αποτέλεσμα να έχει κόκκινο χρώμα. Όταν κίτρινο-πράσινο φως απορροφάτε από το ιόν του χρωμίου, επανεκτεπέμπτεται ως φωταύγεια κόκκινου χρώματος. Αυτή η φωταύγεια συνεισφέρει στο κόκκινο χρώμα του ρουμπινιού που προκαλείται από την απορρόφηση των κίτρινων-πράσινων ακτίνων. Όταν η οπτική διατάξη είναι τέτοια ώστε η εκπομπή να διεγείρεται από φωτόνια 694nm, που αντανακλώνται μπρος-πίσω σε δύο καθρέπτες, τότε η εκπομπή ενισχύεται έντονα.
– Αυτό το φαινόμεννο χρησιμοποιήθηκε από τον Θίοντορ Μάιμαν το 1960 για την κατασκευή του πρώτου λέιζερ, το οποίο βασιζόταν στο ρουμπίνι
– Παράγεται στη Σρι Λάνκα, Τανζανία, Κένυα, Μαδαγασκάρη και Καμπότζη.
– Τα πιο διάσημα ρουμπίνια έχουν βρεθεί στην κοιλάδα Μογκούλ, στην Μυανμάρ (πρώην Βιρμανία). Το μοναδικό κόκκινο χρώμα των ρουμπινιών Μογκούλ περιγράφεται παραστατικά, σαν «αίμα τρυγονιού». Όλο και λιγότερα ρουμπίνια βρίσκονται πλέον στην περιοχή Μογκούλ, ενώ στο παιχνίδι έχουν μπει και άλλες περιοχές της Μυανμάρ, όπως η Μονκ Χσου, και η Ναμ Για.
– Συχνά έχουν εγκλείσεις και ατέλειες, τα οποία όμως αποτελούν στοιχεία της ταυτότητας τους, και διευκολύνουν το δύσκολο έργο της διάκρισης τους από τα συνθετικά.
– Μία συνηθισμένη έγκλειση, είναι τα χρυσαφί βελονάκια του ρουτιλίου, τα οποία όμως, αν υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα, τα απομακρύνουν τεχνητά, γιατί μειώνουν την διαφάνειά του.
– Σήμερα όλα σχεδόν τα ρουμπίνια έχουν υποστεί κάποια επεξεργασία για την ανάδειξη της ποιότητας τους. Κάποιες από αυτές τις επεξεργασίες θεωρούνται «αποδεκτές», όπως η χρωματική ενίσχυση που γίνεται με θέρμανση της ανεπεξέργαστης πέτρας στους 1800ο C. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν και άλλες δραστικές επεξεργασίες, όπως η λεγόμενη ?lead glass? που μεταμορφώνει ρουμπίνια γεμάτα ατέλειες, σε κατάλληλα για κοσμήματα.
– Όταν κόβονται σε κοπή καμπουσόν, ιδίως εμφανίζουν το φαινόμενο του αστερισμού.
– Συνθετικά ρουμπίνια παράγονται από το 1837, όταν ο Γκαουντίν σύντηξε άλουμ με λίγο χρώμιο σε υψηλές θερμοκρασίες. Το 1846, ο ζαν- Ζόσεφ Έλντεμαν κατασκεύασε ζαφείρια με την σύντηξη αλουμίνας και βορικού οξέως. Συνθετικά ρουμπίνια σήμερα κατασεκυάζονται με μια μέθοδο που εφερεύθεηκε από τον Βερνεουίλ, ο οποίος σύντηξε BaF2 και Al2O3 μαζί με διάπυρο χρώμιο. Ο Βενρεουίλ άρχισε την εμπορική παραγωγή συνθετικών ρουμπινών το 1903.
– Μεγάλη οπτική ομοιότητα με τα ρουμπίνια, έχουν κάποιες ποιότητες κόκκινου σπινέλιου, κόκκινης τουρμαλίνης (ρουμπελίτη), και πυρωπού γρανάτη.







